Home / Το Βήμα του Δημότη / «Υπόθεση Ηριάννα»: Γιατί να ασχοληθούμε μαζί της;

«Υπόθεση Ηριάννα»: Γιατί να ασχοληθούμε μαζί της;

Μια νέα κοπέλα με σταδιοδρομία και διδακτορικό αντί να ονειρεύεται και να σχεδιάζει το μέλλον της, αναγκάστηκε από «ποινικοποίηση» των κοινωνικών σχέσεων να βρίσκεται στη φυλακή.Σύμφωνα με τον συνήγορο, κύριο Μαντά αναμένουμε την Δευτέρα, την κρίσιμη εκδίκαση για την αναστολή της ποινής της

Στις 17 Ιουλίου αναμένεται η εκδίκαση της αίτησης αναστολής της 29χρονης Ηριάννας, η οποία καταδικάστηκε σε 13 χρόνια κάθειρξη για ένταξη και συμμετοχή σε τρομοκρατική οργάνωση, συγκεκριμένα στη «Συνωμοσία Πυρήνων της Φωτιάς», καθώς και λήψη, κατοχή, μεταφορά και απόκρυψη όπλων κατά την έννοια του άρθρου 1 του νόμου 2168/1993 και βρίσκεται για πάνω από ένα μήνα στη φυλακή. Η υπόθεση ξεκίνησε το 2013, όταν κατηγορήθηκε ότι δείγμα DNA που βρέθηκε σε οπλισμό που ήταν θαμμένος στην Πολυτεχνειούπολη Ζωγράφου, ήταν δικό της. Μέχρι να εκδικαστεί η υπόθεση συνέχισε τη ζωή της για 4 χρόνια με περιοριστικούς όρους, υποστηρίζοντας την αθωότητά της, ενώ παράλληλα ολοκλήρωνε το μεταπτυχιακό της και εξέλισσε την ακαδημαϊκή της πορεία, ως επιστημονική συνεργάτιδα και υποψήφια Διδάκτωρ Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Την 1η Ιουνίου, όταν έφτασε επιτέλους η μέρα της δίκης, κι ενώ η ίδια περίμενε ότι θα αθωωθεί, καθώς σύμφωνα με την υπεράσπισή της τα στοιχεία της δικογραφίας δεν επαρκούσαν για να στοιχειοθετηθεί σε βάρος της καταδικαστική απόφαση, τελικά καταδικάστηκε σε 13 χρόνια, γεγονός που έχει εγείρει αντιδράσεις και προβληματισμούς.

Τον τελευταίο καιρό έχει δημιουργηθεί ένα μεγάλο κύμα υποστήριξης για την υπόθεση της Ηριάννας με τοποθετήσεις από δημόσια πρόσωπα, ακαδημαϊκούς και εκπροσώπους του καλλιτεχνικού χώρου, περίπου 16.000 άτομα που ακολουθούν τη σελίδα «Ηριάννα Β.Λ.» στο Facebook, τονίζοντας πρωτίστως την ανάγκη να καθαρογραφεί η απόφαση ώστε να μπορέσει στις 17 Ιουλίου να εξεταστεί η αίτηση αναστολής της ποινής της, ενώ για το «τεκμήριο της αθωότητας όπως αυτό προβλέπεται από τον ευρωπαϊκό πολιτισμό» κάνουν λόγο σε κοινή επιστολή τους oι έλληνες ευρωβουλευτές.

Έχουμε να κάνουμε με μια καμπάνια που στηρίχθηκε στο συναίσθημα και στοχεύει στο να δημιουργήσει ένα κύμα συμπάθειας προς το πρόσωπο της καταδικασθείσας η οποία αναφέρεται με το μικρό της όνομα; (παράλληλα υπερτονίζονται και οι αναφορές σχετικά με την πανεπιστημιακή της δραστηριότητα, οι οποίες καθόλου δεν ενδιαφέρουν σχετικά με την ουσία της υπόθεσης.) Ή πρόκειται ξεκάθαρα για μια περίπτωση δικαστικής πλάνης και κακοδικίας, όπως συνέβη και με την περίπτωση του αναρχικού Τάσου Θεοφίλου ο οποίος έμεινε 4 χρόνια στη φυλακή για να κηρυχθεί πριν λίγες μέρες πανηγυρικά αθώος;

Παρότι δεν έχουμε το σκεπτικό της καταδικαστικής απόφασης, που θα συμπλήρωνε ένα κομμάτι του παζλ το οποίο απουσιάζει, αφού αυτή δεν έχει καθαρογραφεί (παρά τη μεγάλη αρνητική δημοσιότητα, αλλά και την παρέμβαση του υπουργού Δικαιοσύνης με αίτημα επίσπευσης της διαδικασίας) υπάρχουν ισχυρά επιχειρήματα από την πλευρά της υπεράσπισης και από στοιχεία που προέκυψαν κατά την ακροαματική διαδικασία ότι η καταδίκη της δεν στηρίχθηκε σε ακλόνητες αποδείξεις ενοχής. Το ερώτημα είναι, έχουν παραβιαστεί στην περίπτωσή της οι αρχές της δίκαιης δίκης; Σε ποιο βαθμό και για ποιους λόγους η δικαιοσύνη εξάντλησε όλη της την αυστηρότητα σε μία υπόθεση που σχετίζεται με την τρομοκρατία, στηριζόμενη σε «σοβαρές ενδείξεις ενοχής» αλλά όχι σε ακλόνητες αποδείξεις;

Όσο κι αν θεωρούμε την τρομοκρατία αδιανόητη και καταδικαστέα άλλο τόσο η υπόνοια ότι η Ηριάννα (θα την αναφέρουμε με το μικρό της όνομα) τιμωρήθηκε με φυλάκιση 13 χρόνων με ενοχοποιητικά στοιχεία που εγείρουν ερωτηματικά για την αξιοπιστία τους, απασχολεί και πρέπει να απασχολεί όσους πιστεύουν στην κοινοβουλευτική δημοκρατία. Είναι θεμιτό επειδή το ζήτημα της τρομοκρατίας είναι «ευαίσθητο» η δικαιοσύνη να λειτούργησε τιμωρητικά, ως φορέας πολιτικού φρονηματισμού και παραδειγματισμού, απέναντι σε κάποιον λόγω των μη αρεστών ή και μη αποδεκτών ιδεών ή συναναστροφών του; (Η ίδια στην απολογία της δηλώνει ότι είναι εναντίον της βίας σε κάθε μορφή της και ότι η ιδεολογία της οργάνωσης για συμμετοχή στην οποία κατηγορείται δεν την εκφράζει σε καμία περίπτωση.) Αν υπάρχουν αμφιβολίες και αμφιλεγόμενα στοιχεία, όπως ένα DNA που δεν μπορεί να επανεξεταστεί και που η ποιότητά του, σύμφωνα με την εισήγηση έγκριτου εμπειρογνώμονα, αφήνει σοβαρά περιθώρια στατιστικού λάθους, το δικαστήριο δεν όφειλε να το λάβει υπόψη;

Υποχρέωση ενός κράτους δικαίου είναι να διασφαλίσει ότι στην υπόθεση της Ηριάννας τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις μιας δίκαιης δίκης, επισπεύδοντας τις διαδικασίες για την εξέταση της αίτησης αναστολής και της δευτεροβάθμιας επανεξέτασης της υπόθεσης στο δικαστήριο. Να τονίσουμε πως αν η καταδικαστική, πρωτόδικη απόφαση δεν καθαρογραφεί, η εκδίκαση της αναστολής θα αναβληθεί και η Ηριάννα θα παραμείνει, στην καλύτερη περίπτωση, κρατούμενη για περισσότερο από δύο μήνες ακόμη.

Μέχρι τότε, και με αφορμή την επικείμενη αίτηση αναστολής, επιχειρήσαμε ένα όσο το δυνατόν εκτενέστερο ρεπορτάζ, παραθέτοντας λεπτομερώς τα στοιχεία για όποιον ενδιαφέρεται να μάθει περισσότερα για την υπόθεση.
Το χρονικό της υπόθεσης

Για την Ηριάννα όλα φαίνεται πως ξεκίνησαν το 2011 και συγκεκριμένα στις 14 Μαρτίου της ίδιας χρονιάς. Την ημέρα εκείνη εκδόθηκαν εντάλματα συλλήψεως για τον σύντροφό της Κωνσταντίνο και δύο ακόμα άτομα, το ζευγάρι Όλγα Οικονομίδου και Γιώργο Πολυδώρου, οι οποίοι έχουν σήμερα καταδικαστεί για συμμετοχή στην οργάνωση «Συνομωσία Πυρήνων της Φωτιάς». Το ζευγάρι των Οικονομίδου και Πολυδώρου είχε διανυκτερεύεσει στο σπίτι που νοίκιαζε στον Χολαργό ο Κωνσταντίνος, προτού υπάρξει οποιοδήποτε ένταλμα σύλληψης εναντίον τους ή άλλη νομική εκκρεμότητα σε βάρος τους (σ.σ. όπως μας επισήμανε η υπεράσπιση της Ηριάννας, η διανυκτέρευση διαπιστώθηκε πως πραγματοποιήθηκε μεταξύ 5 προς 6 Μαρτίου του 2011 και τα εντάλματα συλλήψεως των τριών εκδόθηκαν στις 14 Μαρτίου του 2011, συνεπώς δεν αποδεικνύεται ότι ο Κ. γνώριζε την εμπλοκή των Οικονομίδου και Πολυδώρου στους «Πυρήνες»). Σκόπιμα αναφέρουμε εδώ τις παραπάνω λεπτομέρειες, προκειμένου να καταστεί σαφής ο τρόπος με τον οποίο ο σύντροφός της Ηριάννας συσχετίστηκε με μία οργάνωση, στην οποία μάλιστα κατηγορήθηκε ότι συμμετείχε, για να αθωωθεί τρία χρόνια αργότερα.

Μετά λοιπόν τη σύλληψη των Οικονομίδου και Πολυδώρου –και τριών ακόμα καταζητούμενων μελών της οργάνωσης– στη Νέα Ιωνία Βόλου, όπου εντοπίστηκε η τότε «γιάφκα» των «Πυρήνων» κι επειδή ήταν γνωστές στις αρχές οι φιλικές σχέσεις του ζευγαριού με τον Κωνσταντίνο, εκδόθηκε ένταλμα σύλληψής και του ιδίου, ενώ πραγματοποιήθηκε επίσης έφοδος στο σπίτι του στον Χολαργό στις 14 Μαρτίου του 2011, όπου τυχαία εντοπίστηκε μαζί με τη σύντροφό του Ηριάννα, που είχε διανυκτερεύσει εκεί, όπως περιστασιακά συνήθιζε.

Προσήχθησαν και οι δύο στη ΓΑΔΑ για ανάκριση και η Ηριάννα έδωσε οικειοθελώς δείγμα DNA προς ενίσχυση της αθωότητάς της. Έτσι ξεκίνησε το «μπλέξιμο» του Κωνσταντίνου με της αρχές για να αθωωθεί το 2014. Μοιραία βέβαια, εκείνη η σύλληψη του 2011 «έμπλεξε» στην όλη υπόθεση και την Ηριάννα, καθώς το δείγμα DNA της ταυτοποιήθηκε δύο χρόνια μετά, το 2013, με δείγμα βιολογικού υλικού που είχε ανιχνευθεί σε όπλα κρυμμένα στην Πολυτεχνειούπολη Ζωγράφου.

Έτσι βρέθηκε να ζει με περιοριστικούς όρους, όπως όριζε το σχετικό βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών, εωσότου εκδικαστεί η υπόθεσή της. Η απόφαση του δικαστηρίου εκτελέστηκε, τελικά, την 1η Ιουνίου του 2017 και ενώ όλοι περίμεναν την αθώωσή της, δεδομένης της επί έξι χρόνων τήρησης των περιοριστικών όρων, καθώς και δύο άρσεων που της επέτρεψαν να παραστεί σε επιστημονικά συνέδρια στο εξωτερικό, της επιβλήθηκε τελικά ποινή κάθειρξης δεκατριών ετών και βρίσκεται έκτοτε στις γυναικείες φυλακές Ελαιώνα Θηβών, με στοιχεία και ενδείξεις που παρουσιάζουν θολά και προβληματικά σημεία.

Να επαναλάβουμε πως η ελλιπής ροή πληροφοριών προκύπτει από το γεγονός πως ενώ βρισκόμαστε λίγες ημέρες πριν την εξέταση της αίτησης αναστολής, στις 17 Ιουλίου, η απόφαση δεν έχει καθαρογραφεί, τα πρακτικά δηλαδή δεν υπάρχουν, όπως και το σκεπτικό της προέδρου που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση. Ακόμα και ο δικηγόρος της Ηριάννας, Θεόδωρος Μαντάς, αναμένει με αγωνία να καθαρογραφεί η απόφαση του Β’ Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων, προκειμένου να το διαβάσει για πρώτη φορά.

Με βάση την έρευνα που κάναμε προκύπτουν τα εξής προβληματικά σημεία:

Το DNA 

Το DNA είναι το μοναδικό στοιχείο που ενοχοποίησε την Ηριάννα και πάνω σε αυτό στηρίχθηκε η καταδίκη της. Τα ερωτήματα που προκύπτουν είναι τρία:

Α) Πώς εξηγείται η διάσταση των εκτιμήσεων δύο αναγνωρισμένων ειδικών για την αξιοπιστία της ανάλυσης DNA;

Β) Γιατί ο έλεγχος ταυτοποίησης καθυστέρησε ενάμιση χρόνο από την ΕΛΑΣ; Είχε άλλωστε στην κατοχή της το δείγμα που είχε οικειοθελώς παραχωρήσει η κατηγορούμενη από το 2011, όταν δηλαδή βρέθηκαν και τα όπλα στο Πολυτεχνείο. Τι μεσολάβησε και φτάσαμε στο 2013;

Ο ειδικός πραγματογνώμονας που όρισε η Ηριάννα για περαιτέρω εξέταση του δείγματος, κ. Φιτσιάλος, ο οποίος ειδικεύεται στην ανάλυση και ταυτοποίηση DNA σε εγκληματικές έρευνες και αστικές υποθέσεις, συμπεριλαμβάνεται στους καταλόγους πραγματογνωμόνων των ελληνικών δικαστηρίων και είναι Διδάκτορας Μοριακής Βιολογίας και Γενετικής στο Πανεπιστήμιο της Nice Sophia-Antipolis της Γαλλίας, καταλήγει στην έκθεσή του ότι «σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να γίνει ταυτοποίηση της Ηριάννας με το μερικό γενετικό προφίλ του ελεγμένου δείγματος». Πόσο σοβαρά πρέπει να λάβει κανείς υπόψη την επιστημονική τοποθέτηση ενός αναγνωρισμένου ειδικού γενετιστή και πώς εξηγείται η οξεία «διαφωνία» του με τη συνάδελφό του από τα κρατικά εργαστήρια της ΕΛΑΣ;

Ο κ. Φιτσιάλος υποστηρίζει ότι για την ταυτοποίηση ενός ατόμου απαιτείται είτε πλήρης ταυτοποίηση, είτε ένα στατιστικά σημαντικό αποτέλεσμα, καθώς και ποσότητα και ποιότητα δείγματος εντός ορισμένων ορίων, προκειμένου αυτό να θεωρείται επαρκές και καλής ποιότητας και το αποτέλεσμα να μπορεί να θεωρηθεί ορθό, ασφαλές και αξιόπιστο. Και ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχει πλήρης γενετική ταυτοποίηση, καθώς από τους 16 συνολικά γενικούς δείκτες δεν ταυτοποιούνται οι 5, και 3 δεν έχουν κανένα αποτέλεσμα, ούτε υπάρχει στατιστικά σημαντικό αποτέλεσμα που να αποδεικνύει τη μοναδικότητα του γενετικού προφίλ της Ηριάννας.

Στον αντίποδα, η αστυνόμος και βιολόγος της Υποδ/νσης Βιολογικών και Βιοχημικών Εξετάσεων και Αναλύσεων της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών (ΥΒΒΕΑ/ΔΕΕ) αντικρούει τους ισχυρισμούς του υποστηρίζοντας ότι «πουθενά στην Έκθεση Εργαστηριακής Πραγματογνωμοσύνης, ούτε και στο Υπόμνημα, δεν αναφέρεται ότι το δείγμα είναι χαμηλής ποσότητας και ποιότητας, ούτε ότι δεν είναι επαρκές» και άρα έχει «σαφώς επαρκή ποσότητα για ανάλυση DNA σύμφωνα πάντα με τη Μέθοδο Εσωτερικής Επικύρωσης του Εργαστηρίου». Η αστυνόμος αναφέρει επίσης, ότι το Εργαστήριο DNA της ΥΒΒΕΑ/ΔΕΕ όπου πραγματοποιήθηκαν οι αναλύσεις, «είναι το Εργαστήριο στο οποίο ταυτοποιήθηκαν τα θύματα του αεροπορικού δυστυχήματος της εταιρείας HELIOS και των πυρκαγιών της Πελοποννήσου και χαίρει διεθνούς αναγνώρισης και εκτίμησης».

Υπογραμμίζει, μάλιστα, ότι  «είναι αυθαίρετη η προσθήκη της λέξης “μόνο”» στην έκθεση του κ. Φιτσιάλου, στην οποία ο ίδιος καταλήγει πως «μόνο η ταύτιση και των 16 δεικτών μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι τα βιολογικά υλικά προέρχονται υπεράνω κάθε λογικής αμφιβολίας από το ίδιο άτομο».

Τέλος, υπάρχει κι ένα τρίτο μείζον ερώτημα:
Γ) Τι σημαίνει η απάντηση που δόθηκε στο αίτημα επανεξέτασης του βιολογικού υλικού της Ηριάννας ότι το δείγμα «έχει καταναλωθεί πλήρως» κατά τις εργαστηριακές εξετάσεις; Τι πρέπει να συμπεράνουμε, δηλαδή, όταν ο κ. Φιτσιάλος κάνει λόγο για ποσότητα μη επαρκή, εφόσον εάν ήταν εντός των επιτρεπόμενων ορίων θα ήταν αδύνατο να έχει εξαντληθεί.

Για την ιστορία, αξίζει να αναφερθεί ότι 8-9 άτομα στον κόσμο ενδέχεται να έχουν ίδιο γενετικό προφίλ, ενώ για την καυκάσια γενετική βάση συγκεκριμένα, ο αριθμός αυτός προσδιορίζεται σε 23 άτομα. Δηλαδή το επίμαχο βιολογικό υλικό θα μπορούσε να αποδίδεται στην Ηριάννα και σε 23 ακόμα άτομα. Αναγνωρίζεται μάλιστα επιστημονικά δυνατότητα δευτερογενούς, τριτογενούς, ακόμα και τεταρτογενούς μεταφοράς DNA, που δύναται να δικαιολογεί την ανίχνευση βιολογικού υλικού σε αντικείμενα με τα οποία αν και το άτομο δεν έχει έρθει ποτέ σε επαφή, DNA του μπορεί να μεταφέρθηκε σε αυτά μέσω άλλου ατόμου που ήρθε σε επαφή τόσο μαζί του, όσο και με το εν λόγω αντικείμενο.

 

Η στάση  της έδρας και η υπεράσπιση

Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας ονόματα φίλων της Ηριάννας που δεν έχουν καμία εμπλοκή σε οποιαδήποτε σχετική υπόθεση χρησιμοποιήθηκαν ως ενοχοποιητικά στοιχεία από την εισαγγελέα, ενώ εντύπωση κάνει η επανειλημμένη αναφορά στο σύντροφό της, ο οποίος έχει ομόφωνα και αμετάκλητα αθωωθεί. Αποτελούν οι κοινωνικές σχέσεις ενοχοποιητικά στοιχεία;

Από όσα πληροφορηθήκαμε, επιβεβαιώνεται πως η εισαγγελική πρόταση πράγματι εμπεριείχε αναφορές σε πρόσωπα που δεν σχετίζονταν με την υπόθεση και ήταν απλοί φίλοι της Ηριάννας. Να τονίσουμε, επιπλέον, ότι η έδρα επέμενε να ρωτά την Ηριάννα γιατί δεν χώρισε τον σύντροφό της, εφόσον κατηγορούταν για σοβαρά αδικήματα, παρά το γεγονός της ομόφωνης αθώωσής του.

Σημειώνεται πως η άρση του τηλεφωνικού και τραπεζικού της απορρήτου, η κατ’ οίκον έρευνα και η έρευνα σε αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του πατέρα της δεν απέδειξαν καμία εμπλοκή ή συμμετοχή της στη συγκεκριμένη οργάνωση. Το βούλευμα του 2013, ωστόσο, κατέληγε στο συμπέρασμα ότι υπάρχουν «σοβαρές ενδείξεις ενοχής», χωρίς πάντως να προσδιορίζονται, αναφερόμενο απλώς στη σχέση της με τον Κωνσταντίνο και σε κανένα άλλο πρόσωπο εμπλεκόμενο με την οργάνωση. Αξίζει να τονισθεί ότι το ίδιο βούλευμα ήταν εκείνο που ανέφερε και τον σύντροφό της, Κωνσταντίνο, ανάμεσα στα ονόματα που είχαν συγκροτήσει τους «Πυρήνες», κατηγορία για την οποία ο Κωνσταντίνος αθωώθηκε ομόφωνα καθώς «δεν προέκυψε η παρουσία του σε κρησφύγετα της οργάνωσης και ιδίως σε όσα βρέθηκε οπλισμός».

Σύμφωνα με την υπεράσπιση, η σύνδεση των όπλων που βρέθηκαν θαμμένα στην Πολυτεχνειούπολη με την οργάνωση «Συνωμοσία Πυρήνων της Φωτιάς», αλλά και η κατηγορία που αποδίδεται στην Ηριάννα για ένταξη και συμμετοχή στην εν λόγω τρομοκρατική οργάνωση, αποτελούν λογικά άλματα. Τα δύο αυτά συμπεράσματα του δικαστηρίου δεν αποδεικνύονται, σύμφωνα με την υπεράσπιση, από κανένα στοιχείο πέραν της αμφιλεγόμενης ταυτοποίησης DNA.

Διευκρινίζονται, επίσης, το είδος του βιολογικού υλικού της Ηριάννας και το αντικείμενο όπου εκείνο βρέθηκε. Πρόκειται για επιθηλιακά κύτταρα (σ.σ. όχι τρίχα, αλλά κύτταρα που βρίσκονται σε όλο τον δερματικό ιστό) και εντοπίστηκαν «περιμετρικά των ακμών και του χείλους ενός γεμιστήρα εκτός όπλου». Το πώς βρέθηκε εκεί βιολογικό υλικό της Ηριάννας, η ίδια δήλωσε στην απολογία της ότι «δεν μπορεί να το εξηγήσει».

Αναφορικά με την κατηγορία για λήψη, μεταφορά και απόκρυψη όπλων και πυρομαχικών, ο μοναδικός μάρτυρας που είδε κάποιον να μεταφέρει και να κρύβει το κουτί με τα όπλα έκανε λόγο για άνδρα και έκτοτε δεν έχει καταθέσει ξανά για την υπόθεση. Η αντιτρομοκρατική δηλώνει  ότι είναι αδύνατον να τον εντοπίσει, καθώς άλλαξε μόνιμη κατοικία και καταγράφεται πλέον ως αγνώστου διαμονής. Όσον αφορά τον «αγνώστου διαμονής» μάρτυρα, η υπεράσπιση εκφράζει τον προβληματισμό της σχετικά με το «πόσο δύσκολος μπορεί να καταστεί για την αντιτρομοκρατική υπηρεσία ο εντοπισμός ενός ατόμου».

Ο κ. Μαντάς και οι συνεργάτες του τόνισαν στην κατ’ ιδίαν μας συνάντηση την εξέχουσα σημασία της άρσης των περιοριστικών όρων της Ηριάννας με βάση τα δύο βουλεύματα των Συμβουλίων Εφετών, δεδομένης της αυστηρότητας των ελληνικών αρχών στην άρση περιοριστικών όρων ακόμα και σε περιπτώσεις που συντρέχουν σοβαροί λόγοι υγείας. Το γεγονός ότι η μετάβαση της Ηριάννας στο εξωτερικό κατέστη δις εφικτή, απλώς και μόνο για την παρακολούθηση επιστημονικών συνεδρίων, πρώτα στο Βερολίνο και στη συνέχεια στη Μάλαγα της Ισπανίας το 2015 και 2016 αντίστοιχα, είναι ένας επιπλέον λόγος που καθιστά μη αναμενόμενη και αδικαιολόγητη την κρίση τριών αρμόδιων Δικαστικών Αρχών, που «εκτίμησαν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της υπόθεσής της, την προσωπικότητά της και σταθμίζοντας την τήρηση των όρων από πλευράς της έκριναν πως άρνηση άρσης των περιορισμών, δεν θα ήταν νομικά νομιμοποιημένη, ούτε και σε ακολουθία με την αρχή της αναλογικότητας».

Στην ερώτησή μας γιατί η Ηριάννα αναφέρεται μόνο με το μικρό της όνομα, ο κ. Μαντάς μας είπε ότι ζητούμενο είναι να μη στοχοποιηθεί περαιτέρω, «δεδομένης μάλιστα και της σπανιότητας του  ονόματός της». Το 2013 σε non paper του τότε υπουργού Προστασίας του Πολίτη, Νίκου Δένδια, συμπεριλαμβανόταν το πλήρες ονοματεπώνυμό της, μαζί με άλλους που κατονομάζονταν επειδή κατηγορούνταν για τρομοκρατική δράση.

Η επικείμενη αίτηση αναστολής

Στις 17 Ιουλίου δεν εξετάζεται η ουσία της υπόθεσης, παρά μόνο εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 497 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας για την αναστολή της ποινής 13ετούς φυλάκισης που επέβαλε το Β’ Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων. Η υπεράσπιση «οφείλει να παραμένει αισιόδοξη» για το αποτέλεσμα, καθώς με βάση τις προϋποθέσεις του προαναφερόμενου άρθρου  μοναδική αιτία για μη χορήγηση ανασταλτικού αποτελέσματος μετά από σχετική αίτηση, προκύπτει μόνο εφόσον θεωρηθεί ότι δεν επαρκούν οι περιοριστικοί όροι, καθώς και σειρά έξι ακόμα κριτηρίων που να συντείνουν στην ενίσχυση της παραπάνω κρίσης.

Στην περίπτωση της Ηριάννας πληρούνται όλες οι απαραίτητες προϋποθέσεις, γεγονός που εγείρει ερωτήματα τόσο για την εξαρχής μη χορήγηση έφεσης ανασταλτικού χαρακτήρα, αλλά και για τυχόν απόρριψη της αίτησης που εξετάζεται στις 17 Ιουλίου. Από τη σύλληψή της το 2013 μέχρι σήμερα, για τέσσερα δηλαδή συναπτά έτη, φαίνεται πώς τηρούσε απαρέγκλιτα τους περιοριστικούς όρους που της είχαν επιβληθεί τον Ιανουάριο του 2013, γεγονός που επιβεβαιώνεται και από σχετική βεβαίωση του αρμόδιου τμήματος της Ελληνικής Αστυνομίας.

Το μείζον ζήτημα, το οποίο τονίζει ιδιαίτερα και ο κ. Μαντάς, είναι να καθαρογραφεί η πρωτόδικη απόφαση, προκειμένου αυτή να μπορέσει να ανασταλεί. Εάν αυτή η διαδικασία δεν έχει ολοκληρωθεί μέχρι την ορισμένη ημερομηνία εξέτασης της αίτησης αναστολής, η παραμονή της Ηριάννας στη φυλακή παρατείνεται με ολοένα και μεγαλύτερες επιπτώσεις για την ίδια και την ακαδημαϊκή της πορεία. Όπως ενημερωθήκαμε από τη δικηγορική εταιρεία του κ. Μαντά, η απόφαση έχει παραδοθεί στην πρόεδρο από τις 19 Ιουνίου και εκκρεμεί η σύνταξη του σκεπτικού της απόφασης, το οποίο μέχρι σήμερα δεν ήταν δυνατό να γίνει γνωστό.

Μεγάλη βαρύτητα δίνεται και στη βλάβη που υφίσταται η Ηριάννα λόγω της κράτησής της, καθώς αναστέλλονται οι ακαδημαϊκές της υποχρεώσεις. Μεταξύ άλλων, επρόκειτο να ξεκινήσει στα μέσα Ιουνίου να εργάζεται σε πρόγραμμα διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας σε ενήλικες πρόσφυγες στο πλαίσιο της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, ενώ υποχρεώθηκε επίσης να διακόψει τη συνεργασία της με ένα ακόμα πρόγραμμα του ΕΚΠΑ.

Η Ηριάννα με τα δικά της λόγια 

Αναφορικά με τις πολιτικές της θέσεις, η ίδια η Ηριάννα στην απολογία της ενώπιον ειδικού ανακριτή το 2013, είχε δηλώσει σχετικά: «Δεν είμαι στην οργάνωση των ‘Πυρήνων’, δεν είμαι καν αναρχική, δεν εντάσσομαι σε κάποιο χώρο πολιτικό. Γενικά δεν με εκφράζει κάτι τέτοιο, ώστε να ενταχθώ. Δεν είναι μόνο για τα συγκεκριμένα όπλα, δεν έχω δει ποτέ μου όπλα από κοντά, ούτε γεμιστήρες. Δεν έχω δει και δεν έχω πιάσει όπλο ή γεμιστήρα». Ανέφερε μάλιστα ότι «δεν μπορεί να εξηγήσει πως βρέθηκε μερικό  γενετικό υλικό της στον γεμιστήρα», εκφράζοντας μόνο τη σκέψη «το DNA της είχε να είχε μεταφερθεί με κάποιον τρόπο εκεί».

Για πρόσωπα που κατηγορούνταν για συμμετοχή στους «Πυρήνες» και τα οποία ερωτήθηκε αν γνώριζε, απάντησε αρνητικά, λέγοντας ότι ούτε τα γνώριζε, ούτε τα είχε δει ποτέ στο σπίτι του συντρόφου της. Ανέφερε πως είχε γνωρίσει μόνο μία φορά την Όλγα Οικονομίδου σε κοινή παρέα εκτός σπιτιού. Διευκρίνισε επίσης ότι ο  Κωνσταντίνος δεν της είχε μιλήσει ποτέ για την οργάνωση αυτή και τόνιζε από τότε πως απέκλειε οποιαδήποτε εμπλοκή του λέγοντας χαρακτηριστικά πως «αλλιώς θα πρέπει να είχε διπλή ζωή, πράγμα που αποκλείω γιατί ήμασταν συνέχεια μαζί».

Κλείνοντας την απολογία της δήλωσε: «Είμαι εναντίον της βίας σε κάθε μορφή της, δεν με εκφράζει σε καμία περίπτωση η ιδεολογία της οργάνωσης Συνωμοσία Πυρήνων της Φωτιάς».

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

*

Scroll To Top